Καλέστε με στο SKYPE

Γ. Παπανδρέου 17 - Ηράκλειο, t: 2811 113681 - 6946253300

Μυλωνογιάννη 23 - Χανιά , t: 2821 1117046974394497

Άρθρα Ψυχολογίας

Η σειρά γέννησης των αδερφών φαίνεται να έχει κάποια σημασία για το ρόλο του παιδιού μέσα στην οικογένεια όπως και για τις μελλοντικές προσωπικές, επαγγελματικές και συντροφικές του σχέσεις. Μπορεί τα αδέρφια να μεγαλώνουν με κοινό κώδικα ανατροφής, όπως τουλάχιστον ισχυρίζονται οι περισσότεροι γονείς, όμως το περιβάλλον που αναπτύσσεται γύρω τους είναι πολύ διαφορετικό για το καθένα, εξ 'ου και η ανάπτυξη διαφορετικών προσωπικοτήτων και ιδιοσυγκρασιών.
Ας δούμε πιο συγκεκριμένα τους ρόλους του κάθε παιδιού ξεκινώντας από το πρωτότοκο παιδί της οικογένειας.

Το πρώτο παιδί συχνά αισθάνεται πως είναι ξεχωριστό και πως φέρει σημαντική ευθύνη για τη διατήρηση της οικογενειακής ευτυχίας. Γεννιέται και δίνει στο ζευγάρι μία πρώτη και μοναδική εμπειρία. Τους κάνει γονείς, νιώθοντας έτσι ιδιαίτερα σημαντικό. Μέσα στο καινούριο αυτό πλαίσιο, λαμβάνει την αμέριστη προσοχή όλων και χτίζει τη σημαντικότητά του γύρω απ' αυτό. Δεν είναι τυχαίο που η πλειονότητα των νικητών βραβείων Νόμπελ είναι πρωτότοκα παιδιά, ο ρόλος τους συνδέεται με την ηγεσία και την επιτυχία.
Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ για παράδειγμα, Βρετανός πολιτικός, στρατιωτικός και πρωθυπουργός της χώρας του, ήταν ένας άνθρωπος με ιδιαίτερη ιδέα για τον εαυτό του και τις ευθύνες του. Αναφέρουν για το πρόσωπό του: « Ήταν μία προσωπικότητα διαμορφωμένη σε ηρωικές προδιαγραφές. Μια τερατώδης σύνθεση θάρρους, ενεργητικότητας, φαντασίας, επιμονής, κλπ».
Εκείνο που πρέπει να σημειώσουμε μιλώντας για τα πρωτότοκα παιδιά είναι οι προσδοκίες των γονιών απέναντί τους. Αυτές λειτουργούν άλλοτε θετικά, δημιουργώντας κίνητρο στο παιδί να ανταποκριθεί στις ιδιαίτερα υψηλές προσδοκίες, κι άλλοτε αρνητικά, προσδίδοντας στο παιδί το βάρος να κάνει κάτι που ενδεχομένως δεν του ταιριάζει ή την ενοχή όταν δεν καταφέρει να επιβεβαιώσει τη θέση του μέσα από τα μάτια των γονιών του.


Το μεσαίο παιδί, από την άλλη πλευρά, χρειάζεται να παλέψει για να αποκτήσει ένα ρόλο στην οικογένεια, εκτός κι αν είναι το μοναδικό αγόρι ή κορίτσι από τα αδέρφια του. Ένα μεσαίο παιδί μπορεί να γλιτώσει από τις πιέσεις που ασκούνται προς τα μεγαλύτερα ή μικρότερα παιδιά, αλλά πρέπει να προσπαθήσει ιδιαίτερα για να το προσέξουν. Ενδέχεται να έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση βάση του ότι το πρώτο παιδί λαμβάνει όλη τη δόξα , ενώ εκείνο παραμένει «μετέωρο». Βέβαια, όντας φορτωμένο με λιγότερες προσδοκίες από την οικογένεια, το μεσαίο παιδί αναπτύσσει μεγαλύτερη αυτονομία και καλή κοινωνική ζωή. Ιδιαίτερο γνώρισμα του μεσαίου παιδιού είναι ότι διαμορφώνει τη συμπεριφορά του με τέτοιο τρόπο ώστε να αντιπαρατεθεί στο πρωτότοκο παιδί, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε ένα συνεχή αγώνα διεκδίκησης της προσοχής, κι έτσι να παραμελεί τη δόμηση της πολύ προσωπικής του ταυτότητας.


Το μικρό παιδί , αισθάνεται συνήθως περισσότερη ανεμελιά, το βαραίνουν λιγότερο οι οικογενειακές ευθύνες, και τρέφει λιγότερο σεβασμό για την εξουσία και τις συμβατικότητες. Είναι το παιδί που μαθαίνει να λαμβάνει επιείκεια και φροντίδα και μένει για πάντα το «μικρό» της οικογένειας. Οι γονείς έχοντας πια μεγάλη γονική εμπειρία είναι πιο χαλαροί στην ανατροφή των μικρότερων παιδιών κι αυτό λειτουργεί σαν έναυσμα για τα παιδιά να αναπτύξουν περισσότερες κοινωνικές δεξιότητες, να είναι πιο συναισθηματικά και ενίοτε... χειριστικά. Η χαριτωμένη φυσιογνωμία τους εύκολα φέρει τη συμπάθεια όλων.


Τέλος, το μοναχοπαίδι, μαθαίνοντας από τη γέννησή του ό,τι και το πρωτότοκο παιδί αλλά σε ακόμα πιο έντονο βαθμό, τείνει να συμπεριφέρεται σα μεγαλύτερο από την ηλικία του και ίσως λόγω της υπερπροστατευτικότητας των γονιών του να είναι περισσότερο αγχώδες. Οι αλληλεπιδράσεις του παιδιού είναι πάντα με ενήλικες, γι' αυτό μαθαίνει να σχετίζεται με άνεση με μεγάλους, την ίδια στιγμή όμως βιώνει και μοναξιά. Οι προσδοκίες του γονιού απέναντί του είναι μη ρεαλιστικές και παραμένει για πάντα «ο εκλεκτός».


Λέγεται ότι οι γάμοι μεταξύ συντρόφων που ανήκουν στην ίδια σειρά γέννησης στην πυρηνική τους οικογένεια (πχ, 2 πρωτότοκοι ή 2 μικρά παιδιά) είναι περισσότερο πιθανό να χαρακτηρίζονται από συγκρούσεις σε σχέση με γάμους όπου η σειρά γέννησης των αδερφών δεν είναι ίδια (πχ, μία πρωτότοκη κόρη παντρεύεται ένα μικρό γιο, ή ένας μεσαίος γιος μία μοναχοκόρη κλπ). Αυτό διότι για παράδειγμα, δύο πρωτότοκοι σε ένα γάμο διεκδικούν τον ίδιο ρόλο, το ρόλο του αρχηγού μες την οικογένεια κι αυτό ενδέχεται να φέρει ένταση και συμμετρική σχέση στο ζευγάρι που ίσως δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμη.
Τα παραπάνω φυσικά, αποτελούν γενικεύσεις. Οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας τα πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε οικογένειας, το φύλο του κάθε παιδιού αλλά και τα χρόνια που μεσολαβούν ανάμεσα στις γεννήσεις. Έχοντας όμως την κατάλληλη πληροφορία για το οικογενειακό σύστημα, η σειρά γέννησης των αδελφών μπορεί να συνδεθεί με ιδιοσυγκρασιακά στοιχεία του παιδιού αλλά και με μαθημένους ρόλους και συμπεριφορές που ασύνειδα ή μη, κουβαλάμε στην ενήλικη ζωή μας και στις συναναστροφές μας με σημαντικά πρόσωπα.

Κονιδάκη Ελπίδα – Ψυχολόγος
InterNus - Κέντρο Συμβ/κής & Ψυχ/πείας

Published in Articles

Μπορεί να φαίνεται ασήμαντο να ρωτήσουμε ένα μικρό παιδί αν θέλει το τόστ του καλοψημένο ή όχι, όμως αν σκεφτούμε ότι πίσω από κάθε μικρή επιλογή του παιδιού, βάζουμε ένα λιθαράκι προς την υγιή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξή του, τότε ίσως να του δίναμε όλο και περισσότερο έλεγχο να ασκήσει στη δική του ζωή. Υποψιάζομαι πως δεν υπάρχει γονιός που να μη θέλει το παιδί του να γίνει υπεύθυνο, ανεξάρτητο και να λειτουργεί αυτόνομα. Ας δούμε λοιπόν μερικούς τρόπους με τους οποίους μπορούμε να το επιτύχουμε αυτό στην πρακτική μας καθημερινότητα με τα παιδιά.

  • Επιτρέψτε στα παιδιά να κάνουν επιλογές

«Θέλεις να πιεις το χυμό σου στο γυάλινο ή στο πλαστικό ποτήρι»;
«Θέλεις να πάρεις την αντιβίωση πριν ή μετά το φαγητό;»
«Θέλεις να φορέσεις την κόκκινη ή τη μπλε φόρμα αύριο στο σχολείο»;
Ένας ενήλικας μπορεί να δει ότι πίσω από τις ερωτήσεις αυτές κρύβεται μία ψευδαίσθηση ελέγχου (αποφάσισα ότι θα πιεις το χυμό, εσύ διάλεξε το ποτήρι). Προσφέροντας στα παιδιά επιλογές για το πώς ή το πότε θα γίνει εκείνο που εμείς σαν γονείς αποφασίσαμε, τις περισσότερες φορές μειώνεται η δυσαρέσκεια του παιδιού. Αυτό είναι το ένα όφελος. Το δεύτερο είναι ότι το παιδί εσωτερικεύει αισθήματα επάρκειας και μαθαίνει να λαμβάνει αποφάσεις για ζητήματα που αφορούν το ίδιο. Του δίνουμε με αυτόν τον τρόπο μία ευκαιρία να εμπιστεύεται την κρίση του έτσι ώστε αργότερα που θα κληθεί σαν ενήλικας να αποφασίζει για σημαντικά θέματα όπως η δουλειά του ή οι σχέσεις του να νιώθει σιγουριά και αυτοπεποίθηση.

  • Δείξτε σεβασμό στην προσπάθεια και στον αγώνα που κάνει ένα παιδί

Συχνά, στην προσπάθειά μας να εμψυχώσουμε το παιδί για να κάνει κάτι του λέμε «Έλα, εύκολο είναι, δοκίμασέ το». Τότε η όποια επιτυχία του παιδιού ακυρώνεται, εφόσον κατάφερε κάτι εύκολο και η όποια αποτυχία γιγαντώνεται, εφόσον απέτυχε σε κάτι απλό. Μερικές φορές βοηθάει να σκεφτούμε ότι για ένα μικρό και άπειρο παιδί το να κάνει κάτι για πρώτη φορά (πχ. να δέσει τα κορδόνια του ή να ανεβάσει το φερμουάρ ή να ξεκλειδώσει την πόρτα) είναι πραγματικά δύσκολο και σπουδαίο και αξίζει την προσοχή μας και την κατανόησή μας.

  • Μην του κάνετε πάρα πολλές ερωτήσεις

«Πού πήγες;» ,«Πώς πέρασες στο σχολείο;», «Τι έκανες στο διάλειμμα;», «Τι σας είπε η δασκάλα»; Συχνά οι αμυντικές απαντήσεις που ακολουθούν είναι: «Καλά», «Ήσυχα», «Ω, άσε με ήσυχο» κλπ. Με έκπληξη θα δείτε ότι όταν σταματήσετε να βομβαρδίζετε τα παιδιά με ερωτήσεις, θα αρχίσουν να σας μιλάνε από μόνα τους και να σας μοιράζονται εμπειρίες που εκείνα θεωρούν σημαντικές.

  • Αφήστε το να ανακαλύψει μόνο του τις απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει

Όταν ένα παιδί σας κάνει μία ερώτηση, έχει ήδη μέσα του διερευνήσει την απάντηση. Αυτό που χρειάζεται από σας είναι να λειτουργήσετε σαν οδηγός ώστε να εξερευνήσει τις σκέψεις του λίγο παραπάνω. Αν πάρει έτοιμες τις απαντήσεις μπορεί να νιώσει χαζό που δεν το σκέφτηκε εκείνο ή πικραμένο. Ίσως να το βοηθήσουμε περισσότερο αν το ρωτήσουμε τι νομίζει εκείνο πάνω σ' αυτό και έτσι να συνεχίσουμε το διάλογο.

  • Ενθαρρύνετε την αναζήτηση πηγών βοήθειας έξω από το σύστημα της οικογένειας

Το να μάθει το παιδί να αναζητάει βοήθεια και έξω από την οικογένειά του είναι ένα χρήσιμο εφόδιο που θα κουβαλάει εφ' όρου ζωής. Η γνώση ότι υπάρχει βοήθεια που μπορεί κανείς να αναζητήσει και να λάβει όταν τη χρειαστεί μειώνει τα επίπεδα εξάρτησης του παιδιού και προσδίδει ασφάλεια (πχ, βοήθεια από τη δασκάλα, από το γιατρό, από τον πωλητή κλπ).

  • Σεβαστείτε τις μικρολεπτομέρειες της καθημερινής του ζωής

Το πώς ένα παιδί θα χτενίσει τα μαλλιά του, το αν κουμπώσει τα μανίκια του ή το πώς θα ξοδέψει το χαρτζιλίκι του είναι ζητήματα που αφορούν στο ίδιο το παιδί και στον προσωπικό του χώρο. Οποιαδήποτε «βίαιη» κίνηση εκ μέρους μας (το να του ζώσουμε το φανελάκι ενώ εκείνο παίζει) υπονομεύει την αυτονομία του και παραβιάζει τα σωματικά του όρια.

  • Αφήστε το παιδί να απαντήσει μόνο του και μη μιλάτε μπροστά του για το ίδιο-όσο μικρό κι αν είναι

Είναι κρίμα το παιδί μας να αισθάνεται ιδιοκτησία και αντικείμενο του γονιού του. Όσο έχει λόγο και είναι παρόν, καλό είναι να του δίνουμε την ευκαιρία να εκφράζει την άποψή του σαν ένδειξη σεβασμού στην προσωπικότητά του.

  • Σεβαστείτε την «ετοιμότητα» του κάθε παιδιού

Το παιδί θα κάνει κάτι όταν νιώσει συναισθηματικά και σωματικά έτοιμο κι όχι όταν το πιέσουμε ή το προτρέψουμε να το κάνει. Είναι πάρα πολύ χρήσιμο να εκφράζουμε την εμπιστοσύνη μας προς το παιδί με τη φράση «Όταν θα είσαι έτοιμος κι όταν το αποφασίσεις, είμαι σίγουρος ότι θα ...». Η προσδοκία μας αυτή θα δείτε ότι λειτουργεί περισσότερο ενισχυτικά από οποιαδήποτε άλλη προτροπή.
Να θυμάστε ότι επιτρέποντας στα παιδιά να κάνουν πράγματα για τον εαυτό τους, τους δίνουμε το δικαίωμα να παλέψουν με τα δικά τους προβλήματα και να νιώσουν έτσι μέρος της λύσης. Όπως λέει κι ένα ρητό «Όταν πεινάω, τι είναι προτιμότερο: να μου τηγανίσεις το ψάρι ή να μου μάθεις να ψαρεύω»;

 

Κονιδάκη Ελπίδα – Ψυχολόγος
InterNus – Κέντρο Συμβ/κής & Ψυχ/πείας

Published in Articles

Οι ψυχολόγοι ανέκαθεν πίστευαν πως η ενεργός συμμετοχή του πατέρα στην ανατροφή των παιδιών είναι σημαντική. Στις μέρες μας, παρουσιάζονται όλο και περισσότερες επιστημονικές ενδείξεις πως οι πατέρες που ενδιαφέρονται και συμμετέχουν ενεργά στη ζωή των παιδιών τους με το να είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι για τα ίδια, ωφελούν τη σωματική και την ψυχική τους υγεία. Τα τελευταία χρόνια οι άνδρες καλούνται να αναλάβουν μεγαλύτερες ευθύνες στην ανατροφή και διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Για να το πούμε διαφορετικά, οι άνδρες καλούνται να επιστρέψουν μέσα στο σπίτι.
Μελέτες δείχνουν πως οι σημερινοί πατέρες – ειδικά σε οικογένειες όπου και οι δύο σύζυγοι έχουν επαγγελματική δραστηριότητα - φροντίζουν περισσότερο τα παιδιά τους σε σχέση με προηγούμενες γενιές. Πολλοί συμφωνούν στο ότι η αλληλεπίδραση του πατέρα με το παιδί συντελείται κυρίως μέσα από το παιχνίδι και τις δραστηριότητες. Το στυλ παιχνιδιού που υιοθετούν είναι πιο πολύ σωματικό και περισσότερο συναρπαστικό από την αντίστοιχη αλληλεπίδραση με τις μητέρες. Όσα παιδιά βιώνουν στοργή από τον πατέρα τους, οι έρευνες λένε ότι είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν καλύτερες κοινωνικές σχέσεις, να έχουν υψηλότερη σχολική επίδοση και να ζήσουν υγιέστερους και πιο ευτυχισμένους γάμους στην ενήλικη ζωή.
Ο John Gottman, υποστηρίζοντας πως η ουσία της διαπαιδαγώγησης είναι να βρισκόμαστε εκεί με έναν ιδιαίτερο τρόπο, απευθυνόμενος στους πατεράδες, τους προτείνει τα εξής:

  • Να είστε κοντά στα παιδιά σας και συναισθηματικά, κι όχι μόνο σαν φυσική παρουσία.

Είναι γεγονός πως πολλοί άνδρες δε γνωρίζουν πώς να αξιοποιούν τον πατρικό ρόλο τους, για τον απλό λόγο ότι δεν έμαθαν πώς να το κάνουν. Ο πατέρας για πολλές γενιές οικογενειών ήταν κάποιος που εργάζεται σκληρά, που δεν πολυεμφανίζεται στο σπίτι, που περισσότερο επικρίνει παρά επικροτεί και που προστατεύει την οικογένεια όντας έξω από αυτήν. Κερδίζοντας χρήματα εξασφάλιζε την ασφάλεια και την ευημερία της οικογένειάς του και προστάτευε τα μέλη της. Σήμερα, ο ρόλος αυτός μεταβάλλεται ακριβώς επειδή ο άνδρας καλείται να προσφέρει και σε ένα ακόμα επίπεδο: σε συναισθηματικό επίπεδο. Οι άνδρες έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν και να ανταποκρίνονται εποικοδομητικά στο συναίσθημα των παιδιών τους, ακριβώς όπως και οι μητέρες. Οι κοινωνικές αλλαγές και η αλλαγή των παραδοσιακών ρόλων των δύο φύλων, έχει δώσει την ευκαιρία στο σύγχρονο πατέρα να κάνει καθημερινά συνειδητές επιλογές που επηρεάζουν την ποιότητα και την ποσότητα του χρόνου και της φροντίδας που αφιερώνει στα παιδιά του. Πλέον, ερωτήματα του τύπου «ποιος θα κάνει μπάνιο το μωρό;», «ποιος θα του διαβάσει παραμύθι πριν κοιμηθεί;», «ποιος θα το βοηθήσει να ντυθεί;» και «ποιος θα πάρει τους βαθμούς του από το σχολείο;» είναι στο πεδίο διαπραγμάτευσης των δύο γονιών και ο πατέρας διεκδικεί σταθερά ρόλο στην καθημερινή ζωή του παιδιού.

  • Ασχοληθείτε με τη φροντίδα του παιδιού σας ήδη από την περίοδο της εγκυμοσύνης.

Η εμπλοκή του μέλλοντα πατέρα στην εγκυμοσύνη της συντρόφου ισχυροποιεί το δεσμό πατέρα- παιδιού και θέτει τις βάσεις για θετικές οικογενειακές αλληλεπιδράσεις. Σύμφωνα με μία έρευνα, οι γυναίκες που είχαν στο πλευρό τους τους συζύγους, τόσο κατά τη διάρκεια των ωδίνων, όσο και κατά τη διάρκεια του τοκετού, ανέφεραν ότι πόνεσαν λιγότερο και βίωσαν πιο θετικά την εμπειρία της γέννας απ' ότι οι γυναίκες των οποίων οι άνδρες δεν ήταν παρόντες. Επίσης, συστήνεται ο πατέρας να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια για παροχή αδειών κατά τη διάρκεια των πρώτων και αναντικατάστατων εβδομάδων της ζωής του παιδιού. Να θυμόμαστε πως ο δεύτερος ρόλος φροντίδας μετά τη μητέρα ανήκει στον πατέρα κι όχι στις γιαγιάδες που πολιτισμικά συνηθίζεται να βοηθούν τη μητέρα. Οι μητέρες οφείλουν να ενθαρρύνουν την πατρική εμπλοκή, με το να αφήνουν τον άνδρα να καλλιεργήσει το δικό του στυλ φροντίδας και όχι να επικρίνουν την ποιότητα αυτής της βοήθειας. Αν ο πατέρας κάπου δυσκολεύεται, είναι πιθανό να χρειάζεται περισσότερο χρόνο με το μωρό για να γνωριστούν καλύτερα, χωρίς την παρέμβαση της μητέρας. Καλό είναι η μητέρα να βγαίνει έξω μερικά απογεύματα και να αφήνει το σύζυγο μόνο με το μωρό, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο μία υγιή σχέση πατέρα- παιδιού.

  • Παραμείνετε συντονισμένοι με τις καθημερινές ανάγκες του παιδιού σας καθώς αυτό μεγαλώνει.

Η ποιότητα των αλληλεπιδράσεων με το παιδί έχει μεγαλύτερη σημασία από τον ποσοτικό χρόνο που αφιερώνουμε στα παιδιά. Δεν μας ενδιαφέρει πόσα απογεύματα ή σαββατοκύριακα θα επενδύσει ένας πατέρας στο παιδί του όσο το να είναι ανοιχτός και προσιτός και να εμπλακούν σε ευχάριστες δραστηριότητες. Ο ψυχολόγος Ronald Levant αναφέρεται στα «οικογενειακά καθήκοντα» και ορίζει ότι «οικογενειακή ζωή δεν είναι μόνο η ικανοποίηση των υλικών αναγκών αλλά είναι η σταθερή και διαρκή παρουσία, και η ανταπόκριση στις άπειρες, μεταβαλλόμενες καθημερινές σωματικές και συναισθηματικές ανάγκες». Συζητήστε στη μισάωρη διαδρομή μέχρι το φροντιστήριο, μοιραστείτε καθήκοντα όπως το πλύσιμο του αυτοκινήτου ή την προετοιμασία του φαγητού, συνοδεύστε το παιδί σε εκδρομές, γνωρίστε τους φίλους του, παίξτε μαζί ποδόσφαιρο και ρωτήστε να μάθετε για το συγκρότημα που του αρέσει. Η οικογενειακή ζωή προσφέρει άπειρες ευκαιρίες για να συνδεθείτε με τα παιδιά σας.

  • Βρείτε μία χρήσιμη ισορροπία ανάμεσα στη δουλειά και την οικογενειακή ζωή.

Η βασική ταυτότητα του άνδρα έχει συνδεθεί με το ρόλο του «κουβαλητή» της οικογένειας. Γενιές ανδρών γαλουχήθηκαν με την ιδέα ότι ο άνδρας δείχνει αφοσίωση στην οικογένειά του με το να εργάζεται πολλές ώρες και να φέρνει χρήματα στο σπίτι. Σήμερα, η αποξένωση των ανδρών αυτών από τη σύζυγο και τα παιδιά σαν κατάσταση δεν είναι πλέον αποδεκτή από τα σύγχρονα ζευγάρια, τα οποία αναζητούν πιο προσαρμοστικά ωράρια εργασίας και μείωση του εργασιακού άγχους προκειμένου να εξασφαλίσουν ποιοτική οικογενειακή συμβίωση και λειτουργικές σχέσεις.

  • Ανεξάρτητα από την οικογενειακή κατάσταση, συνεχίστε να συμμετέχετε στη ζωή του παιδιού σας.

Τέλος, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε πώς όποια κι αν είναι η δομή της οικογένειας και ό, τι κι αν συμβαίνει στη σχέση των συζύγων, η σχέση του πατέρα με τα παιδιά πρέπει να συνεχίζεται. Ο πατέρας παραμένει συναισθηματικά διαθέσιμος για τα παιδιά, είτε εκείνος ζει μαζί με τη μητέρα τους είτε όχι. Η σχέση απαιτεί χρόνο, οικειότητα και λεπτομερή γνώση της καθημερινής ζωής του παιδιού. Το σύνδρομο του «πατέρα-Ντισνειλάντ» καλό είναι να αποφεύγεται μετά από ένα διαζύγιο, δηλ. η ώρα που περνάει ο πατέρας με το παιδί δε θα πρέπει να είναι ένα συνεχόμενο πάρτι μόνο με ευχάριστες δραστηριότητες, αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνει μαγείρεμα, διάβασμα και γενικά τις καθημερινές λειτουργίες που συμβαίνουν μέσα σε ένα σπίτι.


Η επιστήμη διδάσκει πως η συναισθηματική ασφάλεια των παιδιών πηγάζει τόσο από τη σχέση με τη μητέρα όσο και από τη σχέση με τον πατέρα. Η αποστέρηση του ενός ή του άλλου γονιού σαν φυσική ή σαν συναισθηματική παρουσία είναι πιθανό να έχει επιπτώσεις στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού.

Κονιδάκη Ελπίδα- Ψυχολόγος
InterNus - Κέντρο Συμβ/κής & Ψυχ/πείας

Published in Articles

Όλοι μας ακούμε συχνά τις αρνητικές επιδράσεις που έχουν στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών οι συγκρούσεις και οι τσακωμοί των γονιών, ιδιαίτερα όταν αυτές λαμβάνουν χώρα παρουσία των παιδιών. Βασισμένοι σε αυτό, πολλοί γονείς καταλήγουν στην ιδέα ότι οφείλουν να αποκρύπτουν παντελώς τις συζυγικές διαφωνίες από τα παιδιά τους. Ακόμα κι αν κάποιος βρίσκει την ιδέα αυτή ελκυστική και καλή, όλοι συμφωνούμε πως κάτι τέτοιο είναι απλά ανέφικτο και μη ρεαλιστικό. Οι συγκρούσεις και τα αρνητικά συναισθήματα που προκύπτουν από αυτές είναι ένα φυσιολογικό κομμάτι της καθημερινής ζωής των ζευγαριών. Ερευνητικά γνωρίζουμε πως ζευγάρια που μπορούν να εκφράζουν ανοιχτά τις διαφωνίες τους και να επεξεργάζονται τις αναπόφευκτες διαφορές τους έχουν μακροπρόθεσμα πιο υγιείς και ευτυχισμένες σχέσεις.
Αυτό που συστήνεται να θυμούνται οι γονείς είναι πως δεν είναι η ίδια η σύγκρουση αλλά η διαχείρισή της που κάνει τη διαφορά. Αν μάθουμε να διαχειριζόμαστε τις διαφωνίες μας με τρόπο τέτοιο ώστε να λειτουργήσουμε σαν ένα θετικό παράδειγμα για τα παιδιά κι όχι σαν μία τραυματική εμπειρία, μπορούμε να τσακωνόμαστε ελεύθερα! Και όπως όλα τα πράγματα σε μία λειτουργική οικογένεια, έτσι και οι καβγάδες έχουν τους κανόνες τους.


Κανόνας 1. Δεν εμπλέκουμε τα παιδιά στις μεταξύ μας συγκρούσεις
Η διαδικασία της επίλυσης μίας σύγκρουσης δεν είναι μία εύκολη κατάσταση και σίγουρα, ξεπερνά τις δυνατότητες ενός μικρού παιδιού. Καμιά φορά η αναστάτωση στο σπίτι είναι τέτοια που το ίδιο το παιδί προσπαθεί να υιοθετήσει το ρόλο του διαμεσολαβητή ή του «πυροσβέστη» ανάμεσα στους γονείς. Συχνά στο επίκεντρο το παιδί βιώνει συναισθήματα ντροπής, ενοχής και φόβου και άγχους, ιδιαίτερα έντονα όταν μάλιστα οι γονείς χρησιμοποιούν το παιδί σαν ενδιάμεσο («πες στον πατέρα σου ότι..») ή όταν του ζητούν να κρατήσει κάποιο μυστικό από τον άλλο γονέα («μην πεις στη μαμά ότι ...»). Χρήσιμο είναι να διαβεβαιώσετε λεκτικά το παιδί ότι δεν ευθύνεται το ίδιο για τη διαφωνία και πως καμιά φορά οι γονείς διαφωνούν στην προσπάθειά τους να βρουν την καλύτερη για όλους λύση. Τονίζουμε πως οι γονείς ξέρουν πώς να λύσουν τη διαφωνία τους και πως η επίλυση είναι καθαρά θέμα των γονιών.


Κανόνας 2. Δεν χρησιμοποιούμε τα παιδιά σαν όπλα
Δύο γονείς θυμωμένοι ή εξοργισμένοι ο ένας με τον άλλον δεν είναι απίθανο, πάνω στην παρόρμηση της στιγμής να μπουν στον πειρασμό να χρησιμοποιήσουν τη σχέση με τα παιδιά τους , προκειμένου να πληγώσουν ο ένας τον άλλον. Το πιο σημαντικό όλων είναι οι γονείς να διαχωρίζουν τους ρόλους τους: είναι πληγωμένοι σύζυγοι αλλά είναι και γονείς. Ως γονείς οφείλουν να προστατεύσουν το παιδί τους, όσο δύσκολο κι αν φαίνεται εκείνη την ώρα με το να μη μιλάνε υποτιμητικά ο ένας για τον άλλον, ούτε με το να προσπαθούν να αποξενώσουν το παιδί από τον ένα γονέα εκβιάζοντας έτσι την εξουσία του ενός προς τον άλλον. Όταν το παιδί εισπράξει κάτι τέτοιο, μπερδεύεται μη ξέροντας πώς να ανταποκριθεί σε αυτό ώστε να μη το απορρίψει ο ένας από τους δύο γονείς και αγχώνεται σηκώνοντας το βάρος της ευθύνης για την αποκατάσταση της διαφωνίας των ενηλίκων.


Κανόνας 3. Φροντίζουμε το παιδί να δει ότι η σύγκρουση επιλύθηκε
Έχουμε δικαίωμα να θυμώνουμε και να καβγαδίζουμε μπροστά στα παιδιά, στη βάση του ότι δεν είμαστε ρομπότ να ελέγχουμε κάθε μας παρόρμηση, όμως έχουμε και υποχρέωση να δίνουμε στα παιδιά μας σωστά μηνύματα για την επίλυση των προβλημάτων και των συγκρούσεων. Είναι εντάξει το παιδί μας να μας δει να μαλώνουμε αν λίγο μετά μας δει και να συμβιβαζόμαστε, και να ζητάμε συγγνώμη και να αγκαλιάζουμε ο ένας τον άλλον τρυφερά. Μέσα από τις διεργασίες αυτές μεγαλώνουμε παιδιά συναισθηματικά υγιή, που δεν συνδέουν το θυμό με την έλλειψη αγάπης και που δε θα φοβούνται αργότερα να διεκδικούν την άποψή τους, εφ' 'όσον θα έχει γίνει βίωμά τους πως οι συγκρούσεις δε σηματοδοτούν το τέλος μιας σχέσης, αλλά σηματοδοτούν νέες λύσεις που είναι απαραίτητες για την εξέλιξη όλης της οικογένειας.


Κανόνας 4. Αναπτύσσουμε δίκτυα συναισθηματικής υποστήριξης για τα παιδιά μας
Το να υπάρχουν γύρω από το παιδί σταθερά και υποστηρικτικά δίκτυα, είτε αυτά περιλαμβάνουν φίλους, είτε συγγενείς, είτε εκπαιδευτικούς φαίνεται να λειτουργεί προστατευτικά για ένα παιδί, ιδιαίτερα όταν στο στενό οικογενειακό του περιβάλλον υπάρχει ένταση. Συνίσταται να αξιοποιείται η επαφή του παιδιού με άλλα υγιή περιβάλλοντα, έτσι ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος να στραφεί το παιδί σε παραβατικά πλαίσια ή σε αποκλίνουσες ομάδες συνομηλίκων.


Κανόνας 5. Μιλάμε στα παιδιά για αυτό που συμβαίνει και αξιοποιούμε τη συναισθηματική αγωγή
Η συζήτηση με το παιδί για τα συναισθήματά του σε σχέση με τις συζυγικές προστριβές δεν είναι και η πιο εύκολη διαδικασία. Όσο άσχημα κι αν αισθανόμαστε εμείς σαν ενήλικες, βοηθάει να σκεφτόμαστε πόσο πιο άσχημα νιώθει ένα παιδί και πόσο πιο ανίκανο να διαχειριστεί αυτό που συμβαίνει. Χρειάζεται λοιπόν την καθοδήγησή μας, την ήρεμη αντίδρασή μας μετά τη σύγκρουση, τη διαβεβαίωσή μας ότι οι γονείς ξέρουν να λύνουν τις διαφωνίες που προκύπτουν και πως δεν ευθύνεται το παιδί για αυτές και την ενθάρρυνσή μας να μιλήσουν τα ίδια για το πώς νιώθουν. Περιγράφουμε με ήρεμη φωνή το τι συνέβη και εξηγούμε πως οι δύο γονείς αναζητούν την καλύτερη λύση για όλους μες το σπίτι.


Οι αναστατώσεις, οι αλλαγές και οι συζυγικές συγκρούσεις είναι που δημιουργούν και διατηρούν τους μόνιμους και σταθερούς δεσμούς μες την οικογένεια και αν αυτό το μεταβιβάσουμε σαν γνώση στα παιδιά μας, μάλλον πως θα τους έχουμε κάνει ένα σπουδαίο δώρο για την ενήλικη ζωή τους.

Κονιδάκη Ελπίδα- Ψυχολόγος
InterNus- Κέντρο Συμβ/κής & Ψυχ/πείας

Published in Articles

Το σύνδρομο Asperger συγκαταλέγεται σε μια υποομάδα διάχυτων αναπτυξιακών διαταραχών που αναφέρονται στο φάσμα του αυτισμού. Πολύ έντονα χαρακτηριστικά της διαταραχής αυτής είναι οι δυσκολίες στην κοινωνική και συναισθηματική επίδραση του ατόμου με άλλα άτομα, δυσκολίες στην επικοινωνία και κάποιες στερεοτυπικές συμπεριφορές. Πρόσφατα το Asperger διαφοροποιήθηκε από τις άλλες διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές και ταξινομήθηκε ως ξεχωριστή διαταραχή με γνώμονα κάποιες ιδιαιτερότητες και ευνοϊκότερες εξελίξεις που εμφανίζει στο γλωσσολογικό και γνωστικό τομέα. Παλιότερα τα παιδιά με τέτοιου είδους διαταραχή παρουσίαζαν σημαντική έκπτωση στη μη λεκτική τους συμπεριφορά, στην κοινωνική και συναισθηματική αλληλεπίδραση με τους άλλους, η οποία ονομάστηκε «αυτιστική ψυχοπάθεια» και αργότερα πήρε την ονομασία σύνδρομο Asperger. Σήμερα, τα διαγνωστικά συστήματα και οι ταξινομήσεις που αναφέρονται στο σύνδρομο Asperger, περιγράφουν άτομα με αυτιστικού τύπου διαταραχές αλλά υψηλής λειτουργικότητας, με δείκτη νοημοσύνης οριακό έως φυσιολογικό με καλές γλωσσικές δεξιότητες. Η διαταραχή Asperger εμφανίζεται ή εντοπίζεται σε σχετικά μεγαλύτερη ηλικία απ' ότι η αυτιστική διαταραχή. Οι ιδιαιτερότητες των παιδιών αυτών γίνονται αντιληπτές στο πλαίσιο του σχολείου, καθότι συνήθως είναι πιο δύσκολο να γίνουν εμφανές από το οικογενειακό περιβάλλον. Η συχνότητα εμφάνισης του συνδρόμου είναι μεγαλύτερη στο αρσενικό φύλο σε σύγκριση με το θηλυκό σε αναλογία 9 προς 1.
Διαφοροποίηση του Asperger από τον αυτισμό
Ο αυτισμός ή αυτιστική διαταραχή ανήκει και αυτό στις διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές και χαρακτηρίζεται από τις ίδιες βασικές δυσκολίες στους τομείς της αμοιβαίας κοινωνικής αλληλεπίδρασης (επικοινωνίας και της στερεοτυπικής συμπεριφοράς) , όπως το Asperger. Ωστόσο, οι δυσκολίες αυτές είναι πιο ήπιες στα άτομα με σύνδρομο Asperger τα οποία έχουν φυσιολογικές ή υψηλές νοητικές δεξιότητες. Η σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο διαταραχών θεωρείται η απουσία καθυστέρησης στην ανάπτυξη του λόγου στα άτομα με σύνδρομο Asperger. Εντούτοις, κάποια παιδιά με τυπική αυτιστική διαταραχή σε μικρή ηλικία, αναπτύσσουν τον λόγο και άλλες δεξιότητες αργότερα και στην εφηβεία παρουσιάζουν χαρακτηριστικά Asperger. Παρότι το σύνδρομο Asperger παρουσιάζει κοινά συμπτώματα με τον αυτισμό, διακρίνεται από αποκλειστικές ιδιοτυπίες κυρίως στο γλωσσικό και τον κοινωνικό τομέα.


Τα χαρακτηριστικά των ατόμων με asperser στον γλωσσικό τομέα:

  • Δεν εμφανίζουν σημαντική καθυστέρηση στον λόγο έως τα 3 πρώτα έτη
  • Χρησιμοποιούν λόγο με ιδιοτυπίες και επαναλήψεις
  • Καταφεύγουν σε συζητήσεις μη παραγωγικές και στείρες (κακός ρυθμός, τόνος και συναίσθημα στον προφορικό λόγο)
  • Έχουν την τάση προς φλυαρία ή γελούν . Αποφεύγουν εντελώς να μιλήσουν
  • Έχουν εμμονή σε ορισμένα θέματα συζήτησης

Κοινωνικός και συναισθηματικός τομέας

  • Δείχνουν ενδιαφέρον για να συνάψουν σχέση
  • Εκφράζουν επιθυμία για συζήτηση
  • Αποφεύγουν συναλλαγές με συνομήλικους ή μικρότερα παιδιά
  • Δυσκολεύονται να κάνουν βαθύτερες κοινωνικές σχέσεις
  • Δεν εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους
  • Δεν κατανοούν τα συναισθήματα των άλλων

Γνωστικές και κινητικές λειτουργίες

  • Δεν παρουσιάζουν νοητική καθυστέρηση
  • Εκδηλώνουν δυσκολίες στον γραφοκινητικό τομέα
  • Αδεξιότητα κινήσεων σώματος

Γενική συμπεριφορά

  • Παρουσιάζουν διαταραχές ύπνου
  • Εκδηλώνουν αυξημένο άγχος
  • Έχουν περιορισμένα ενδιαφέροντα
  • Δεν προσαρμόζονται εύκολα σε αλλαγές

Τα άτομα με σύνδρομο Asperger έχουν υψηλές ή φυσιολογικές νοητικές δεξιότητες και αντιλαμβάνονται τις σημαντικές κοινωνικές επικοινωνιακές δυσκολίες τους, αλλά δεν ξέρουν πώς να τις αντιμετωπίσουν. Από διάφορες μελέτες έχει παρατηρηθεί πως τα άτομα αυτά παρουσιάζουν ειδικές ικανότητες οι οποίες συνδέονται με τα γνωρίσματα του συνδρόμου όπως άριστη ικανότητα απομνημόνευσης (πχ αριθμομνήμονες), ιδιαίτερη επιδεξιότητα σε κατασκευές και στην χρήση υπολογιστών


ΑΙΤΙΟΠΑΘΟΓΕΝΕΙΑ
Το Asperger οφείλεται σε γενετικούς παράγοντες. Απόδειξη της θεώρησης του για τη γενετική βάση του συνδρόμου αποτελεί το γεγονός ότι εκτός από τα παιδιά που το εμφανίζουν, παρόμοια αλλά ηπιότερα συμπτώματα έχουν και οι γονείς τους ή άλλοι συγγενείς του κοντινού οικογενειακού περιβάλλοντος πχ μικρές δυσκολίες στην κοινωνική αλληλεπίδραση. Παρόλα αυτά όμως, δεν έχει ακόμη βρεθεί κάποιο συγκεκριμένο γονίδιο που να ευθύνεται για την εκδήλωση του. Ακόμα, υπεύθυνοι για την εκδήλωση του συνδρόμου θεωρούνται και οι νευροφυσιολογικοί και νευροανατομικοί παράγοντες, αφού σύμφωνα με κάποιες έρευνες παιδία που εξετάστηκαν, παρουσίαζαν ανωμαλίες στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα ή κάποια ελαφρά ή μέτρια εγκεφαλική ατροφία. Συνεπώς είναι αναγκαίο να διενεργηθούν πολλές ακόμη έρευνες, βασιζόμενες σε κλινικές μελέτες σχετικά με την αιτιολογία που προκαλεί το σύνδρομο Asperger, αφού οι ήδη υπάρχουσες εργασίες δεν μπορούν να μας οδηγήσουν με βεβαιότητα σε ένα σαφές συμπέρασμα. Τις περισσότερες φορές δεν μπορεί να υπάρξει ξεκάθαρη διάγνωση πριν από την ηλικία των 3 πρώτων χρόνων ζωής, γιατί δεν έχει πραγματοποιηθεί η απαραίτητη αναπτυξιακή εξέλιξη. Παρόλα αυτά όμως η κακή βλεμματική επαφή και η έλλειψη καλού προσανατολισμού και ανταπόκρισης κατά την εκφώνηση του ονόματος μπορούν να προδώσουν μια πιθανή εμφάνιση διάχυτων αναπτυξιακών διαταραχών ακόμη και στην βρεφική ηλικία.
Η εκτίμηση μπορεί να πραγματοποιηθεί κυρίως στα παρακάτω κέντρα:
α. Διαγνωστικά Κέντρα Φυσικών ή Ν.Π.Ι.Δ. , ιδιώτες επαγγελματίες και τα Κέντρα Διάγνωσης Αξιολόγησης και Υποστήριξης του Υπουργείου Παιδείας(ΚΔΑΥ)
β. Κέντρα Ψυχικής Υγείας γ. Ιατροπαιδαγωγικά Κέντρα
δ. Πανεπιστημιακά Νοσοκομεία: Εξειδικευμένα Ιατρεία.


Πώς μπορούν να βοηθήσουν οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς;

  • Καλό είναι οι εκπαιδευτικοί να δημιουργήσουν ένα κλίμα αποδοχής και διαφορετικότητας μέσα στην τάξη. Αυτό θα το πετύχουν ενημερώνοντας τα υπόλοιπα παιδιά και καλλιεργώντας το αίσθημα της κατανόησης των ιδιαιτεροτήτων και των δυσκολιών του μαθητή με Άσπεργκερ.
  • Οι δραστηριότητες του παιδιού πρέπει να είναι οργανωμένες και προβλέψιμες, διότι εξαιτίας της φύσης της διαταραχής, οι εκπλήξεις και τα ξαφνικά γεγονότα, μπορεί να προκαλέσουν δυσφορία στα παιδιά με Άσπεργκερ. Γενικότερα ότι είναι εκτός προγράμματος δημιουργεί άγχος και είναι αναγκαίο τα άτομα που έχουν επαφή με το παιδί αυτό, να προετοιμάζουν για οποιαδήποτε αλλαγή στο πρόγραμμα.
  • Τα οπτικά βοηθήματα όπως εικόνες και οπτικοποιημένο πρόγραμμα κατά την διδασκαλία στο σπίτι και στο σχολείο βοηθούν πολύ στην ομαλή προσαρμογή του παιδιού στην τυχόν εναλλαγή των δραστηριοτήτων.
  • Οι κανόνες της τάξης πρέπει να είναι απλοί και κατανοητοί. Θα βοηθούσε πολύ η οπτικοποίηση και τοιχοκόλλησή τους. Κανόνες σχετικά με την κοινωνικής επαφή ώστε ενθαρρύνουν τα παιδιά με Άσπεργκερ να δημιουργούν φιλίες και να συνεργάζονται.
  • Ενθάρρυνση ομαδικών παιχνιδιών και η δική μας διακριτική παρέμβαση όταν το παιδί δυσκολευτεί στα διάφορα παιχνίδια ρόλων και μίμησης(πχ κουκλοθέατρο κτλ) θα βοηθήσουν ιδιαίτερα τα παιδιά να εξασκηθούν στην κοινωνική συνθήκη και να μάθουν να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους.
  • Προσπαθούμε να εξελίξουμε τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα του παιδιού όπως αστρονομία κ.λπ. ενσωματώνοντάς τα στο σχολικό πρόγραμμα.
  • Κατά την λεκτική επικοινωνία μαζί τους καλό είναι να μην χρησιμοποιούμε αφηρημένο και μεταφορικό λόγο. Τα παιδιά με Asperger ερμηνεύουν ό, τι ακούνε κυριολεκτικά, καθώς δυσκολεύονται να αντιληφθούν το μεταφορικό λόγο, οπότε τους τα μεταφέρουμε όλα κυριολεκτικά.
  • Κυρίως οι εκπαιδευτικοί πρέπει να επιμένουν στην επανάληψη και κατανόηση σε οποιαδήποτε δυσκολία κατά την διάρκεια του μαθήματος, γιατί τα παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ μπορεί να μιλούν και να διαβάζουν με ευχέρεια, αλλά έχουν προβλήματα κατανόησης.
  • Επειδή τα παιδιά με αυτισμό συχνά ξεχνούν τις υποχρεώσεις τους και τα καθήκοντά τους, καλό θα ήταν ο εκπαιδευτικός να τηρεί ένα τετράδιο επικοινωνίας όπου θα ενημερώνει τους γονείς σχετικά με τις σχολικές εργασίες
  • Τα παιδιά αυτά δυσκολεύονται να εκφράσουν τα συναισθήματα τους αλλά και να κατανοήσουν πλήρως την εκφραστικότητα των άλλων ατόμων, για αυτό το λόγο πρέπει να υπάρχει ενθάρρυνση ώστε το παιδί να ζητά βοήθεια είτε από τους γονείς και τον εκπαιδευτικό, είτε από τους συμμαθητές του σε οτιδήποτε δυσκολευτεί.

 

Βασιλική Ζησίμου - Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

InterNus - Κέντρο Συμβ/κής & Ψυχ/πείας

ψυχολόγος Χανιά

ψυχολόγος ηράκλειο

Published in Articles

Το σύνδρομο της νευρικής ανορεξίας έχει βιβλιογραφικά και εμπειρικά συνδεθεί µε χαρακτηριστικά δυσλειτουργικά πρότυπα οικογενειακής αλληλεπίδρασης. Από μία συστημική σκοπιά αξιολογούμε τη νευρική ανορεξία σε σχέση µε την οργάνωση και τη λειτουργία ολόκληρης της οικογένειας και ως εκ τούτου οι θεραπευτικές παρεμβάσεις σχεδιάζονται για να προκαλέσουν αλλαγή σε ολόκληρο το οικογενειακό σύστημα.
Στα πλαίσια της πλήρους περιγραφής των δυναμικών της οικογένειας από τον Minuchin, το δομικό οικογενειακό θεραπευτή που έχει εκτενώς ασχοληθεί με την νευρική ανορεξία εφήβων, η αποφυγή σύγκρουσης γίνεται ένα πολύ κατανοητό συστατικό της διαδικασίας που κρύβεται κάτω από την ανάπτυξη της νευρικής ανορεξίας. Το παιδί σε µια τέτοια οικογένεια είναι ανίκανο να αποκριθεί στις ανησυχίες και τον έλεγχο της ψυχολογικής λειτουργίας της άμεσα επειδή η διαφωνία και η ανοιχτή σύγκρουση δεν επιτρέπονται. Ο αυτό- υποσιτισμός γίνεται ο τρόπος να εκφράσει ο έφηβος την εσωτερικευμένη συνεχή ενασχόληση µε τον εαυτό του και µια προσπάθεια να κερδίσει κάποιον έλεγχο. Και τα δύο αυτά οδηγούν σε μεγαλύτερη πίεση και διαφωνία μέσα στην οικογένεια και συγχρόνως διευκολύνουν στη διάχυση της σύγκρουσης.
Η νευρική ανορεξία έχει περιγραφεί και ως «διαταραχή του ελέγχου» και πολλοί μελετητές έχουν δώσει έμφαση στα ζητήματα γύρω από την προσπάθεια για τον έλεγχο και στο ότι η ανορεξία μπορεί να δώσει στον πάσχον έφηβο την αίσθηση ότι µόνο µέσω της µη κατανάλωσης τροφής μπορεί να έχει τον έλεγχο. Μια νίκη στη μάχη µε την πείνα μπορεί να δώσει στο νεαρό άτομο µια σύντομη αίσθηση κυριαρχίας και ελέγχου. Χαρακτηριστική η δήλωση μιας ασθενούς που περιγράφει «οι γονείς μου έκαναν ό,τι μπορούσαν αλλά εγώ ήμουν πάρα πολύ αντιδραστική... και κάπου μ' άρεσε όλο αυτό. Μου άρεσε να ασχολούνται μαζί μου, να προβληματίζονται, να ψάχνουν γιατρούς, να διαβάζουν γι' αυτό. Ένιωθα να τους εκδικούμαι». Αυτό που είναι εξίσου εντυπωσιακό όταν συζητάμε µε τις οικογένειες είναι ότι ο καθένας στην οικογένεια αισθάνεται ότι έχει χάσει τον έλεγχο για τη ζωή του. Οι γονείς ομοίως θα εξιστορήσουν ότι αισθάνονται αβοήθητοι και δεν έχουν κανέναν έλεγχο σ' αυτό που κάνει η κόρη τους και, όπως αυτή, η προσπάθεια για έλεγχο γύρω από το φαγητό τους αφήνει µε την αίσθηση ότι έχουν χάσει τον έλεγχο γύρω από όλα.
Η γονική αυτή αβεβαιότητα και η διστακτικότητα να αφήσουν την ασφάλεια του ελέγχου της διατροφής και του βάρους του εφήβου ταιριάζουν συχνά µε τους φόβους και τις αβεβαιότητες του εφήβου για το πώς θα είναι η ζωή χωρίς την ανορεξία. Η διερεύνηση των ζητημάτων της ανεξαρτησίας, της εφηβικής ταυτότητας και της αυτοεκτίμησης καθώς επίσης και η αντιμετώπιση των ζητημάτων για το πώς οι γονείς ικανοποιούν τις δικές τους ανάγκες έρχονται στο επίκεντρο.
Παρατηρούμε ακόμα μία ομοιότητα των εμπειριών που περιγράφουν οι οικογένειες για το πώς είναι να ζεις µε κάποιον µε νευρική ανορεξία και γιατί τελικά σε κλινικό επίπεδο μοιάζει σχεδόν καθολικό για τις οικογένειες να συμφωνούν ότι αυτή η διαταραχή καταλαμβάνει σχεδόν κάθε πλευρά της ζωής τους. Η ομοιότητα των διαδικασιών µέσω των οποίων η οικογένεια οργανώνεται γύρω από το πρόβλημα είναι χαρακτηριστική. Το γεγονός ότι όλες οι οικογένειες δεν είναι ίδιες και αντιπροσωπεύουν ολόκληρη την κλίμακα των οικογενειακών δομών και οργανώσεων τις οποίες κάποιος συναντά τυχαία στην καθημερινή ζωή, καθιστά αυτή την ομοιότητα ακόμα πιο αξιοπρόσεκτη.
Στη διαδικασία της οικογενειακής αναδιοργάνωσης γύρω από την ασθένεια παρατηρούμε να υπάρχει µια αυξανόμενη διάσπαση των συνηθειών της οικογένειας, των συνηθισμένων οικογενειακών ρυθμιστικών μηχανισμών, όπου η καθημερινή λήψη αποφάσεων γίνεται όλο και πιο δύσκολη σε σημείο όπου το πρόβλημα να γίνεται η κεντρική αρχή οργάνωσης της οικογενειακής ζωής. Τα µέλη της οικογένειας που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν µια διαταραχή πρόσληψης της τροφής μεταξύ τους συχνά θα πουν ότι αισθάνονται σαν ο χρόνος να έχει σταματήσει και ότι όλη η ζωή τους μοιάζει να περιστρέφεται γύρω από αυτή τη διαταραχή. Ο τρόπος που οι οικογένειες απαντούν σε αυτήν την εισβολή στις ζωές τους ποικίλει ανάλογα µε τη φύση της οικογενειακής οργάνωσης, το οικογενειακό στυλ κάθε μεμονωμένης οικογένειας και το συγκεκριμένο στάδιο του κύκλου ζωής που βρίσκεται όταν εμφανίζεται η ασθένεια. Παρόλα αυτά, όπως µε άλλες ασθένειες, αυτό που μπορεί να είναι λιγότερο μεταβλητό είναι ο τρόπος µε τον οποίο η διαταραχή της πρόσληψης τροφής περιορίζει το εύρος των προσαρμοστικών συμπεριφορών της. Το να κατανοήσουμε πώς οι οικογένειες αναδιοργανώνονται γύρω από ένα πρόβλημα είναι πολύ πιο σημαντικό από θεραπευτικής πλευράς παρά το να γνωρίζουμε πώς αναπτύχθηκε το ίδιο το πρόβλημα, εν μέρει επειδή ο τρόπος που λειτουργεί η οικογένεια αυτήν την περίοδο μπορεί να έχει γίνει μέρος αυτού που διατηρεί το πρόβλημα και εν μέρει επειδή μπορεί να περιορίζει την ικανότητα της οικογένειας να χρησιμοποιήσει τους προσαρμοστικούς της μηχανισμούς για να ξεπεράσει το πρόβλημα.
Τα υψηλά επίπεδα της συνεχούς ενασχόλησης µε τις σκέψεις του φαγητού και του βάρους που εκδηλώνει κάποιο µέλος µε ανορεξία είναι ανάλογα µε τον τρόπο που τα ζητήματα γύρω από το φαγητό και τη διατροφή γίνονται κεντρικά στην οικογένεια. Όσο περνάει ο καιρός όλες οι σχέσεις στην οικογένεια φαίνεται να καθορίζονται από αυτό. Ένα μεγάλο μέρος της αλληλεπίδρασης μεταξύ των µελών της οικογένειας εστιάζει στο φαγητό, την διατροφή ή το βάρος. Ακριβώς όπως η νέα γυναίκα μπορεί να κρίνει την αυταξία της από το εάν είναι σε θέση να αντισταθεί στο να φάει, έτσι οι διαπροσωπικές σχέσεις περιστρέφονται γύρω από το φαγητό («εάν µε καταλαβαίνατε, δεν θα µε αναγκάζατε να φάω», «δεν τρως για να µας πας κόντρα», «κανένας δεν φαίνεται να νοιάζεται που δεν τρώω»).
Συμπερασματικά μας ενδιαφέρει να αξιολογήσουμε τις διασυνδέσεις των μελών όλης της οικογένειας στη βάση του ότι αν μετακινήσουμε το επίκεντρο από τα ερωτήματα αιτιολογίας σε ερωτήματα αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην οικογενειακή λειτουργία και τη θεραπεία θα αποκτήσουμε γνώση όχι μόνο για το πώς λειτουργεί η θεραπεία, αλλά και για το τι τη διευκολύνει και τι την εμποδίζει να λειτουργήσει. Πιθανόν, με βάση τα παραπάνω καταλαβαίνουμε γιατί κάποιοι θεραπευτές αναφέρονται όχι τυχαία , όχι σε «ανορεκτικά άτομα» αλλά σε «ανορεκτικές οικογένειες».


Κονιδάκη Ελπίδα – Ψυχολόγος
InterNus- Κέντρο Συμβ/κής & Ψυχ/πείας

Published in Articles
Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016 00:00

Ενοχή και Παιδική Ηλικία

Το αίσθημα της ενοχής, το ενοχικό παιδί και κατά συνέπεια η ενοχική συμπεριφορά είναι κάτι που καλλιεργείται και έχει τη βάση της στη πρώιμη παιδική ηλικία. Συχνά οι γονείς έχοντας, ως στόχο να αποτρέψουν συγκεκριμένες συχνά αρνητικές συμπεριφορές των παιδιών που εμπεριέχουν κίνδυνο καλλιεργούν και ριζώνουν βαθειά την αίσθηση της ενοχής στη ψυχοσύνθεση ενός παιδιού. Χρησιμοποιώντας ένα μη βοηθητικό τρόπο για την αποφυγή δυσάρεστων συνεπειών τόσο για το παιδί όσο και για τους ίδιους.
Οι ρίζες της ενοχής εντοπίζονται στην πρώιμη παιδική ηλικία, στα βιώματά μας, στον τρόπο που μας μεγάλωσαν και στην ανταπόκριση του άμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος και κυρίως στις συναισθηματικές μας ανάγκες. Όταν για παράδειγμα, από μικρή ηλικία μαθαίνουμε στα παιδιά πως πρέπει να είναι σε όλα «τέλεια» προκειμένου να τα αγαπάνε και να τα αποδέχονται οι άλλοι και ότι το παραμικρό λάθος ή ψεγάδι κρίνεται και τιμωρείται πολύ αυστηρά, τότε είναι φυσιολογικό να εξελιχθούν σε ενοχικούς ενήλικες.
Όπως πιστεύουν σήμερα οι επιστήμονες, το να νιώθει ένα παιδί διαρκώς ενοχές, μπορεί να το οδηγήσει μεγαλώνοντας σε σοβαρές ψυχικές διαταραχές, όπως κατάθλιψη, χρόνιο άγχος και ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Σε κατάθλιψη μπορεί να οδηγηθεί και ένας ενήλικας, ο οποίος υποβάλλεται διαρκώς σε επιπλήξεις. Όμως στα παιδιά, λένε ειδικοί από το Washington University, οι υπερβολικές ενοχές μπορεί να συνδέονται με ένα μέρος του εγκεφάλου, στο οποίο λαμβάνει χώρα ο έλεγχος πολλών και διαφόρων ψυχικών διαταραχών.
Η έρευνα αυτή, λοιπόν, καταλήγει στο ότι οι εμπειρίες που έχει ένα παιδί στην πολύ μικρή του ηλικία μπορεί να επηρεάσουν τον τρόπο που αναπτύσσεται ο εγκέφαλός του. Και επισημαίνουν ότι είναι η πρώτη έρευνα που δείχνει ξεκάθαρα τις αλλαγές που συμβαίνουν στην ανάπτυξη του εγκεφάλου ενός παιδιού, εξαιτίας των ενοχικών συναισθημάτων.
Ο φόβος και η ενοχή είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, ενώ μπορούν να προκαλέσουν σοβαρή διάβρωση και αλλοίωση της προσωπικότητας του ατόμου και ειδικότερα ενός παιδιού. Τα παιδιά μεγαλώνουν αισθανόμενα υπεύθυνα όχι μόνο για την δική τους συμπεριφορά αλλά και για εκείνη των γονιών τους. Είναι σύνηθες σε συνεδρίες ψυχοθεραπείας να ανακαλύπτουμε μαζί με τους θεραπευόμενους ότι οι ενοχές τους από όλα αυτά που έχουν φορτωθεί και αναλάβει είναι τόσες πολλές, που το φορτίο είναι δυσβάσταχτο. Συχνά, παραδέχονται συμπεριφορές που είναι εξαιρετικά τιμωριτικές και καταστροφικές ως προς τον ίδιο τους τον εαυτό. Ενώ επιθυμούν το ένα, πράττουν το άλλο και αυτό δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια εκδήλωση σύγκρουσης μεταξύ επιθυμίας και ηθικών κανόνων.

Χαρακτηριστικά σημάδια καλλιέργειας ενοχικής συμπεριφοράς στο παιδί
Το αίσθημα της ενοχής τις περισσότερες φορές καλλιεργείται από το στενό οικογενειακό περιβάλλον ενώ συνηθέστερα από τους ίδιους τους γονείς. Μια τέτοια συμπεριφορά συνήθως εγκαθιδρύεται όταν:
• Υπάρχει συνεχής επίπληξη και τιμωρία από τις πράξεις που διαπράττει το παιδί, για παράδειγμα εκφράσεις όπως «εσύ φταις για όλα», «πάλι ζημιά έκανες» «όλα λάθος τα κάνεις» κλπ.
• Οι γονείς κατηγορούν το παιδί ότι ευθύνεται για τις δυσκολίες που οι ίδιοι αντιμετωπίζουν π.χ. οικονομικές δυσκολίες, υπερκόπωση των γονιών κλπ.
• Οι συνεχείς καβγάδες των γονιών μεταξύ τους στη παρουσία των παιδιών δημιουργούν το αίσθημα της ανασφάλειας και του φόβου και κατά συνέπεια τη καλλιέργεια της ενοχής, π.χ. το παιδί θεωρεί ότι ευθύνεται για τη κακή σχέση των γονιών του
• Η συνεχής επισήμανση των αρνητικών πράξεων του παιδιού και η μη αναγνώριση-επιβράβευση των θετικών συμπεριφορών και
• Ο εξαναγκασμός του παιδιού να ζητάει συνεχώς συγνώμη για τις πράξεις του λανθασμένες ή μη.


Αξίζει να σημειωθεί, ότι αν αντιλαμβάνονται ότι το παιδί παρουσιάζει υπερβολικά ενοχικά συμπτώματα, π.χ. ζητά συγγνώμη με το παραμικρό ή λέει διαρκώς ότι εκείνο φταίει για όλα, είναι σημαντικό να βρουν αποτελεσματικούς τρόπους για να ρυθμίσουν τα συναισθήματα αυτά και να βοηθήσουν το παιδί να τα ξεπεράσει, προκειμένου να προλάβουν μελλοντικά ψυχολογικά προβλήματα.
Σημαντικό είναι λοιπόν οι γονείς να παρατηρούν τη συμπεριφορά τους και την επίδραση που έχει στα παιδιά, καθώς η καλλιέργεια των αισθημάτων ενοχής και φόβου δημιουργούν ένα παιδί αδύναμο και ανασφαλή που αργότερα, ως ενήλικας θα έρθει αντιμέτωπος με τη διαχείριση τέτοιων συναισθημάτων και κατ' επέκταση τη δημιουργία μίας ενοχικής προσωπικότητας .
Για την διαχείριση, την καλύτερη αντιμετώπιση και την αλλαγή τέτοιων προτύπων συμπεριφοράς είναι σημαντικό να υπάρξει επαφή με κάποιον Ειδικό Ψυχικής Υγείας τόσο για τους γονείς αλλά και για το ίδιο το παιδί. Η χρήση ειδικών τεχνικών συμβουλευτικής και ψυχοθεραπείας με εξειδίκευση στη παιδοψυχολογία-παιδοψυχιατρική για την αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική και πολύ βοηθητική για το σύνολο του οικογενειακού συστήματος.


Λουκαδάκη Ελευθερία - Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

InterNus - Κέντρο Συμβ/κής & Ψυχ/πείας

Published in Articles
Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016 00:00

Μιλώντας στα παιδιά για τον θάνατο

Μια από τις πιο δύσκολες καταστάσεις που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε ως γονείς είναι η πληροφόρηση του παιδιού μας για τον θάνατο ενός αγαπημένου ή οικείου προσώπου (όπως π.χ. ο θάνατος του παππού). Οι περισσότεροι γονείς αναρωτιούνται για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να μιλήσουν στα παιδιά για το θάνατο, τι να πουν και τι να μην πουν, ποιες είναι οι πιο σωστές λέξεις και γενικότερα ποια μορφή συζήτησης να ακολουθήσουν καθότι ανησυχούν μήπως φοβίσουν τα παιδιά μιλώντας τους για το θάνατο ή μήπως διαταράξουν τον συναισθηματικό τους κόσμο και τους προκαλέσουν εφιάλτες. Η αλήθεια όμως είναι ότι ήδη τα παιδιά γνωρίζουν περισσότερα για το θάνατο από όσα νομίζουν οι γονείς καθώς έρχονται σε επαφή μαζί του από πολύ νωρίς στην παιδική τους ηλικία μέσα από την καθημερινότητά τους (για παράδειγμα μέσα από τα παραμύθια, τα κινούμενα σχέδια, ειδήσεις κ.α.).
Το ερώτημα όμως που τίθεται εδώ είναι τι γνωρίζουν ακριβώς τα παιδιά για το θάνατο;
Έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά κατανοούν και ερμηνεύουν το θάνατο με το δικό τους μοναδικό τρόπο ο οποίος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκονται. Έτσι λοιπόν τα παιδιά μέχρι 5 ετών αντιλαμβάνονται το θάνατο ως ένα αναστρέψιμο και προσωρινό γεγονός. Πιστεύουν ότι αυτός που πέθανε κάποια στιγμή θα επιστρέψει και ότι εκεί που βρίσκεται μπορεί να σκέφτεται, να αισθάνεται κ.τ.λ. Ανάμεσα στην ηλικία των 5 με 9 ετών τα παιδιά αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τη μονιμότητα και το αναπόφευκτο του θανάτου. Παρόλα αυτά η ιδέα του θανάτου τείνει να προσωποποιείται. Πιστεύουν ότι είναι κάτι που δεν αφορά τους ίδιους. Μετά την ηλικία των 9 με 10 ετών αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι ο θάνατος είναι κάτι που αφορά και τους ίδιους αλλά και τους οικείους τους και ότι είναι τελικά ένα γεγονός μη αναστρέψιμο και ότι συνεπάγεται παράλληλα την παύση όλων των λειτουργιών του σώματος.
Πως μπορούμε όμως τελικά ως ενήλικες αλλά και ως γονείς να έρθουμε πιο κοντά στο παιδί που βιώνει την απώλεια και πενθεί και με ποιο τρόπο μπορούμε να είμαστε πιο υποστηρικτικοί και να το βοηθήσουμε σε αυτή τη δύσκολη στιγμή;
Το πρώτο που μπορεί να προσφέρει ο γονέας στο παιδί που πενθεί είναι να το ενημερώσει με σαφήνεια και ειλικρίνεια για το θάνατο. Το λεξιλόγιο που θα επιλέξει να χρησιμοποιήσει πρέπει να είναι απλό και ο τρόπος που θα μιλήσει πρέπει να είναι σαφής και κυριολεκτικός. Προτείνεται να αποφεύγονται εκφράσεις όπως «έφυγε» ή «χάθηκε» προκειμένου να αποφευχθούν οι παρερμηνείες από τα παιδιά. Για να επιτύχει ο γονέας μια καλή και εποικοδομητική επικοινωνία με το παιδί, μπορεί να αρχίσει μιλώντας για αυτά που γνωρίζει και για αυτά που θέλει να μάθει το παιδί, συνυπολογίζοντας πάντα το αναπτυξιακό του στάδιο προκειμένου να μπορεί να καταλάβει και να κατανοήσει το περιεχόμενο της συζήτησης. Σε κάθε περίπτωση, κάθε άλλο παρά βοηθητική μπορεί να αποβεί η απόκρυψη του γεγονότος ή η παροχή ψεύτικων πληροφοριών καθώς τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι κάτι κακό έχει συμβεί μέσα από τις δικές μας αντιδράσεις και από τις αλλαγές στη συναισθηματική μας κατάσταση και στη συμπεριφορά μας. Έτσι είναι πιθανό να παρερμηνεύσουν την κατάσταση και να δώσουν τις δικές τους εσφαλμένες εκτιμήσεις. Έρευνες έχουν δείξει πως τα παιδιά που ενημερώνονται για το θάνατο, με τον κατάλληλο τρόπο πάντα, έχουν καλύτερη προσαρμογή και ωριμάζουν κοινωνικά πολύ περισσότερο από τα παιδιά στα οποία έχει αποκρυφτεί ο θάνατος.
Έπειτα θεωρείται σημαντικό για ένα παιδί να αναγνωρίσει, να κατονομάσει και να κατανοήσει τα έντονα και ποικίλα συναισθήματα που βιώνει εξαιτίας της απώλειας. Όπως για παράδειγμα, το συναίσθημα της θλίψης, της οργής, της απόγνωσης κ.α. Αρκετά βοηθητικό, προκειμένου το παιδί να αναγνωρίσει αυτό που συμβαίνει μέσα του και να αρχίσει να το ερμηνεύει ως κάτι φυσιολογικό, είναι ο γονέας να μιλήσει και για τα δικά του συναισθήματα λέγοντας λ.χ. «κι εγώ είμαι λυπημένος και στενοχωρημένος. Εσύ πως αισθάνεσαι;».
Είναι επίσης σημαντικό οι γονείς να κατανοήσουν την ανάγκη και να ενισχύσουν την προσπάθεια των παιδιών να θυμούνται το άτομο που πέθανε με διάφορους τρόπους, όπως για παράδειγμα μέσα από ζωγραφιές ή ένα γράμμα για τον θανόντα, συνέχιση μιας αγαπημένης δραστηριότητα του θανόντα, συζήτηση και αφήγηση ιστοριών κ.α.
Απαραίτητο δε, θεωρείται να καθησυχάσουν το παιδί και να του δείξουν ότι ο θάνατος ενός κοντινού ανθρώπου δε σημαίνει το τέλος κάθε ευτυχίας και ότι θα συνεχίσει να έχει δίπλα του ανθρώπους που θα το αγαπούν και θα το φροντίζουν. Στόχος του γονέα είναι να μάθει στο παιδί ότι στη ζωή χωρούν μαζί χαρούμενες και λυπηρές στιγμές και σκοπός είναι να τις αποδεχόμαστε όλες.
Τι πρέπει να γνωρίζουν οι γονείς όταν καλούνται να απαντήσουν στις απορίες των παιδιών;
Ο Charles A. Corr (ο οποίος έχει ασχοληθεί αρκετά με το θάνατο και το πένθος που βιώνουν τα παιδιά και οι έφηβοι) προτείνει ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές για το πώς μιλούμε και απαντούμε στις ερωτήσεις των παιδιών που βιώνουν το θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου.

•Δεν είναι σημαντικό να αναζητούμε σωστές απαντήσεις στα ερωτήματα των παιδιών για το θάνατο όσο είναι σημαντική η σχέση που δημιουργούμε μαζί τους.
•Να είμαστε παρατηρητικοί στους μη λεκτικούς και στους συμβολικούς τρόπους επικοινωνίας που χρησιμοποιεί το παιδί, για να μεταφέρει αυτό που νιώθει. Μέσα από τις ζωγραφιές, το παιχνίδι, τη συμπεριφορά του «μιλάει» και εκφράζει όσα δεν ξέρει να πει.
•Να έχουμε ιδιαίτερη υπομονή. Μπορεί να επαναλαμβάνουν το ίδιο ερώτημα σε διαφορετικές στιγμές και με διαφορετικούς τρόπους και, συχνά όταν δεν είμαστε διαθέσιμοι.
•Να είμαστε ειλικρινείς και να λέμε την αλήθεια. Το να λέμε την αλήθεια όμως δε σημαίνει ότι πρέπει να λέμε στο κάθε παιδί όλα όσα ξέρουμε. Να είναι κανείς ειλικρινής με ένα παιδί σημαίνει να του λέει αυτά που εκείνο ζητάει να μάθει εκείνη τη δεδομένη στιγμή, και πάντα προσαρμοσμένα στην ηλικία και στο επίπεδο εξέλιξής του.
•Οι απαντήσεις που δίνουμε στα παιδιά πρέπει να είναι προσαρμοσμένες στις ανάγκες του κάθε παιδιού. Δεν υπάρχουν τυποποιημένες απαντήσεις γύρω από ερωτήσεις όπως: γιατί πέθανε ο παππούς; Τι είναι κηδεία;. Όταν απαντούμε σε ένα παιδί το θέμα δεν είναι να βρούμε καλές απαντήσεις που να ικανοποιούν εμάς αλλά απαντήσεις που να καλύπτουν την ανάγκη του παιδιού να κατανοήσει καλύτερα αυτό που συμβαίνει.
•Να μοιραστούμε με τα παιδιά τις γνώσεις μας, τις εμπειρίες μας, τα συναισθήματά μας αλλά και τις αδυναμίες μας.
•Τέλος, μπροστά σε παιδιά που αισθάνονται ότι γύρω τους χάνεται ο κόσμος, είναι πολύτιμο να είμαστε εκεί, κοντά τους, υποστηρικτικοί και, όσο περισσότερο γίνεται, διαθέσιμοι.

ΜΗΤΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ - ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ
InterNus - ΚΕΝΤΡΟ ΣΥΜΒ/ΚΗΣ & ΨΥΧ/ΠΕΙΑΣ

Published in Articles
Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016 00:00

Ενδοοικογενειακή βία

Ως ενδοοικογενειακή βία ορίζεται κάθε είδους σωματική, σεξουαλική ή ψυχολογική βία που ασκείται σε βάρος του θύματος από τον πρώην ή νυν σύζυγο ή σύντροφο, καθώς και από μέλη της οικογένειάς του.
Κύριες εκφάνσεις της ενδοοικογενειακής βίας αποτελoύν η βία μεταξύ συζύγων ή συντρόφων, οι επιθέσεις εφήβων προς τους γονείς, η κακοποίηση και εκμετάλλευση ανήλικων ή ηλικιωμένων μελών της οικογένειας.
Η βία μέσα στην οικογένεια μπορεί να εμφανίζεται με μορφές όπως είναι η ψυχολογική, η οικονομική εκμετάλλευση, η σωματική και η σεξουαλική κακοποίηση. Από τις πιο συνηθισμένες μορφές ενδοοικογενειακής βίας είναι αυτή που εκδηλώνεται από τον (πρώην ή νυν) σύζυγο ή σύντροφο προς τη σύζυγο ή σύντροφο αντίστοιχα. Είναι μια έννοια που αλλάζει στο χώρο και στο χρόνο, ωστόσο υπάρχουν κάποιες σταθερές, κάποια κοινά σημεία αναφοράς για τον ορισμό της . Οι σταθερές αυτές αφορούν τα δικαιώματα του παιδιού, τα δικαιώματα της γυναίκας και πιο γενικά τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Από κανένα ορισμό της ενδοοικογενειακής βίας δεν μπορεί να λείπει το στοιχείο εκείνο που περιλαμβάνει την ανισότητα, τα δυο διαφορετικά επίπεδα εξουσίας και δύναμης. «Πάντα υπάρχει ένα επίπεδο που έχει την εξουσία, είναι αυτός που επιβάλλει την βούληση του. Το άλλο επίπεδο είναι αυτός που δέχεται αυτή την επιβολή. Σε άλλους όρους θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για δράστη και θύμα.
Σύμφωνα, με έρευνες οι γυναίκες που έχουν δεχθεί κακοποίηση από τον σύζυγό τους έχουν:
•χαμηλή αυτοεκτίμηση
•πιστεύουν όλους τους μύθους για τις σχέσεις κακοποίησης
•αντιμετωπίζουν με τον παραδοσιακό τρόπο το σπίτι τους, πιστεύουν πολύ στην ενότητα της οικογένειας και στα προκαθορισμένα στερεότυπα του γυναικείου ρόλου
•δέχονται την ευθύνη για τις βίαιες πράξεις των ανδρών τους
•αισθάνονται ενοχή, αλλά αρνούνται τον τρόμο και τον θυμό που νιώθουν
•δείχνουν παθητικότητα προς το κοινωνικό περιβάλλον
•έχουν έντονες αντιδράσεις λόγω στρες, με ψυχοσωματικά συμπτώματα
•χρησιμοποιούν το σεξ ως μέσο για την διατήρηση των σχέσεών τους
•πιστεύουν πως κανένας δεν μπορεί να τις βοηθήσει να λύσουν τα προβλήματα τους, εκτός από τον εαυτό τους.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα των γυναικών από την κλινική εμπειρία και έρευνες, οι δράστες έχουν τα ακόλουθα κοινά χαρακτηριστικά:
•έχουν μικρή αυτοεκτίμηση
•πιστεύουν σε όλους τους μύθους που είναι σχετικοί με τις σχέσεις κακοποίησης
•πιστεύουν στην παραδοσιακή υπεροχή των ανδρών και στον στερεότυπο ανδρικό ρόλο μέσα στην οικογένεια
•κατηγορούν άλλους για τις πράξεις τους
•ζηλεύουν παθολογικά
•παρουσιάζουν δυο διαφορετικές πτυχές της προσωπικότητας τους σα να είναι δυο διαφορετικά πρόσωπα.
•έχουν έντονες αντιδράσεις στρες, που προσπαθούν να τις αντιμετωπίζουν πίνοντας και ασκώντας βία τις γυναίκες τους.
•σεξουαλικά προβλήματα: συχνά χρησιμοποιούν το σεξ σαν μια βίαιη πράξη για να αυξήσουν την αυτοεκτίμηση τους και τον χλωμό ανδρισμό τους. Μπορεί να είναι δισεξουαλικοί.
•δεν πιστεύουν πως η βίαιη συμπεριφορά τους θα έχει αρνητικές επιπτώσεις
•παρουσιάζουν ιστορικό χρήσης ουσιών και αλκοόλ
•ιστορικό παιδικής ηλικίας, ίσως και οι ίδιοι να είχαν κακοποιηθεί κατά την διάρκεια της ζωής τους είτε ψυχολογικά είτε σωματικά
•παρατηρείται δυσκολία ψυχικών λειτουργιών ιδιαίτερα ύπαρξη παραληρητικών ιδεών

Αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας

Απαραίτητο στοιχείο για την αντιμετώπιση μιας τέτοιας παθολογικής οικογενειακής κατάστασης είναι η αναγνώριση τουλάχιστον από ένα μέλος της παθολογίας αυτής. Χωρίς αυτό είναι αδύνατο να υπάρξει κάποια θεραπευτική εξέλιξη.
Το άτομο ή οικογένεια που έχει δεχθεί κάποια απειλούμενη συμπεριφορά, μπορεί να απευθυνθεί σε κάποιον σύμβουλο ψυχικής υγείας προκειμένου να του παρέχει συμβουλευτική προσέγγιση και υποστήριξη για την αντιμετώπιση της βίαιης συμπεριφοράς. Στην ψυχοθεραπεία αναζητάμε να διερευνήσουμε αν υπάρχει ιστορικό πρόσφατής ή απειλούμενης βίαιης συμπεριφοράς, ώστε να εκτιμήσουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το άτομο θα μπορέσει να επιστρέψει στο σπίτι του με ασφάλεια. Στόχος είναι η συναισθηματική και γνωστική αναδόμηση του ατόμου ή των ατόμων, που δέχονται τη βία, από τα φοβικά και μελαγχολικά στοιχεία που συνήθως φέρει μια τέτοια κατάσταση.

Το άτομο που έχει υποστεί βία από μέλη της οικογένειάς του μπορεί να ακολουθήσει τις παρακάτω ενέργειες :
1.Να πάει στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής του και να αναζητήσει τη βοήθεια της Αστυνομίας.
2.Να πάει (εφόσον έχει δεχθεί σωματική κακοποίηση) σε Δημόσιο Νοσοκομείο για να πάρει τις πρώτες βοήθειες ή σε ιατροδικαστική υπηρεσία για να πιστοποιηθεί η κακοποίηση. Στη συνέχεια, το άτομο (με τη βοήθεια των Αστυνομικών και Εισαγγελικών Αρχών) μπορεί να κινηθεί και σε νομικό επίπεδο.
3.Να πάει στις εξειδικευμένες Κοινωνικές Υπηρεσίες που υπάρχουν και οι οποίες στελεχώνονται με προσωπικό ειδικευμένο στο χειρισμό περιστατικών οικογενειακής βίας, για τη λήψη συμβουλευτικής και ψυχολογικής στήριξης.
4.Να καλέσει την γραμμή SOS 15900 απευθύνεται σε γυναίκες θύματα βίας.

Σε κοινωνικό και οικογενειακό επίπεδο θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο:
Από μικρή ηλικία τα παιδιά πρέπει να ενημερώνονται στο σχολείο για το τι είναι η βία, ποιες είναι οι μορφές της βίας και πως αντιμετωπίζεται
Να υπάρχει ενημέρωση μέσα από την ίδια οικογένεια και τα πρότυπα που αναπτύσσει (η γυναίκα πρέπει να διεκδικήσει τη ισότιμη θέση της, τον σεβασμό και τα δικαιώματα της μέσα στην οικογένεια)
Να γνωρίζουμε ότι η βία καταδικάζεται και να αποθαρρύνονται τα άτομα που την ασκούν
Ειδική ομάδα συμβούλων και ψυχολόγων θα πρέπει να επισκέπτονται σχολεία με στόχο την προσέγγιση και στήριξη των παιδιών που τους ασκείται οικογενειακή βία
Το κράτος θα πρέπει να ενημερώσει το κοινό και ειδικότερα τα θύματα της βίας, ότι τους στηρίζει και ότι μπορούν και πρέπει να καταγγέλλουν τα περιστατικά βίας . Πρέπει να αλλάξει η αντίληψη που επικρατεί για την «σιωπή» και να ενθαρρύνονται τα θύματα να καταγγείλουν τα περιστατικά.

 

ΖΗΣΙΜΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΗ - ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

InterNus - ΚΕΝΤΡΟ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ & ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ

Published in Articles

Το παιχνίδι αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές δραστηριότητες στην αναπτυξιακή πορεία του παιδιού. Αρχίζει αυθόρμητα από τη βρεφική ηλικία και συμβάλλει στην οργάνωση του εαυτού , στη σωματική, γνωστική, ψυχοσυναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. Μέσα από το παιχνίδι το παιδί έχει την ευκαιρία να δράσει ελεύθερα, να εξερευνήσει τον υλικό κόσμο, να αναπτύξει τη γλωσσική του ικανότητα, να εκφράσει ανάγκες και συναισθήματα και να αισθανθεί ευχαρίστηση. Αποτελεί ευκαιρία για το παιδί να αναπτύξει τις ικανότητές του, να μάθει να κοινωνικοποιείται και να συνεργάζεται. Θεωρείται βασικό στοιχείο για τη θεμελίωση των καλών σχέσεων μεταξύ γονιών και παιδιών και γενικότερα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των διαπροσωπικών σχέσεων. Μέσω του παιχνιδιού επίσης δίνεται η ευκαιρία στο παιδί να εκφράσει την επιθετικότητά του σε ένα οικείο περιβάλλον χωρίς τον κίνδυνο της τιμωρίας.
Ανάλογα με το επίπεδο της γνωστικής και συναισθηματικής ανάπτυξης, το παιδί έχει την ικανότητα να ανταποκρίνεται σε διαφορετικά είδη παιχνιδιού, όπως είναι το κινητικό ή διερευνητικό παιχνίδι, το συμβολικό παιχνίδι και το παιχνίδι κανόνων.
Σημαντικοί θεωρητικοί υποστηρίζουν ότι παιχνίδι ξεκινάει από τους πρώτους μήνες της ζωής και παρατηρείται στην επικοινωνία μητέρας-βρέφους. Από πολύ νωρίς επιτυγχάνεται μέσω της βλεμματικής επαφής, των εκφράσεων του προσώπου, των κινήσεων και των φωνητικών ανταλλαγών στο πλαίσιο της μητρικής ομιλίας. Έτσι, στο πλαίσιο μιας αμοιβαίας ικανοποιητικής αλληλεπίδρασης, τα βρέφη μπορούν να συμμετάσχουν ενεργά σε παιχνίδι με τη μητέρα όχι μόνο ως αποδέκτες της μητρικής συμπεριφοράς αλλά και ως «καθοδηγητές» της, αντιδρώντας στην ποιότητα της επικοινωνίας. Αυτά τα παιχνίδια επικοινωνίας παρέχουν τη δυνατότητα στο βρέφος να νιώσει ασφαλές και συμβάλλουν στη δημιουργία δεσμού γονέα-βρέφους. Επίσης αυτές οι συμπεριφορές περιέχουν κίνητρα και συναισθήματα που ρυθμίζουν τις επαφές και τις σχέσεις με τους άλλους.
Σύμφωνα με τον J. Piaget, στο στάδιο που παρατηρείται το κινητικό και διερευνητικό παιχνίδι (από τη γέννηση έως την απόκτηση του λόγου), η συμπεριφορά του παιδιού χαρακτηρίζεται από την επιθυμία κίνησης και τη χαρά που του δίνει αυτή και από την επαφή του με τα αντικείμενα. Έτσι λοιπόν, στη αρχή παίζει με το σώμα του (κουνάει χέρια, πόδια κ. τ. λ.) και αποκτά σιγά σιγά τον έλεγχο των κινήσεων του. Στη συνέχεια μαθαίνει να κινείται στο χώρο (να μπουσουλάει) και αποκτά ευχαρίστηση μέσα από αυτό. Όσον αφορά στο παιχνίδι με τα αντικείμενα, παρατηρούνται συμπεριφορές όπου το μωρό πιάνει και βάζει στο στόμα του διάφορα αντικείμενα, πετάει κάτω ένα παιχνίδι και ο γονέας του το επιστρέφει, χτυπάει κάτι κ. τ. λ. Στη φάση αυτή, αυτός ο τρόπος παιχνιδιού προσφέρει στο παιδί τη δυνατότητα να μαθαίνει να συντονίζει τις κινήσεις του αλλά και να διερευνά τις ιδιότητες των αντικειμένων (σχήμα, βάρος, υφή κ. τ. λ.).
Στο στάδιο που παρατηρείται το συμβολικό παιχνίδι (από την απόκτηση του λόγου έως τα 6 με 7 χρόνια), τα παιδιά χρησιμοποιούν αντικείμενα όχι μόνο με τη συμβατική τους χρήση αλλά και συμβολικά, προσαρμόζοντάς τα στις ιδέες και τις ανάγκες τους. Για παράδειγμα, ένα χαρτόκουτο μπορεί να γίνει σπίτι, ένα μολύβι να γίνει κατσαβίδι κ.α. Στο στάδιο αυτό εξαιρετικά σημαντικός φαίνεται να είναι η συμπεριφορά της μίμησης. Δηλαδή, τα παιδιά κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, μπορεί να μιμούνται πως μιλάει ο μπαμπάς ή πως τρώει η μαμά . Χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι επίσης και η υπόδηση ρόλων. Για παράδειγμα μπορεί ένα κορίτσι να αποκτά το ρόλο της μαμάς ταΐζοντας την κούκλα της ή ένα αγόρι το ρόλου του γιατρού χρησιμοποιώντας ένα παιχνίδι-στηθοσκόπιο επάνω στον αγαπημένο του αρκούδο. Το συμβολικό παιχνίδι ικανοποιεί συναισθηματικές και νοητικές ανάγκες και είναι καθοριστικό για την κοινωνικοποίηση των παιδιών. Τα παιδιά μπορούν να εκφράσουν συναισθήματα και επιθυμίες και να δοκιμάσουν ρόλους της καθημερινής ζωής.
Στην ηλικία των 6 με 7 ετών, τα παιχνίδια αρχίζουν να αποκτούν συγκεκριμένη δομή , οργάνωση και οριοθετημένους κανόνες οι οποίοι πρέπει να γίνονται αποδεκτοί και να τηρούνται από τους συμμετέχοντες (παιχνίδια όπως το κρυφτό κ.α.). Αυτού του είδους τα παιχνίδια θα μπορούσαν να οριστούν ως μια προετοιμασία για τη ζωή, αποτελώντας μοντέλα της κοινωνικής οργάνωσης. Τα παιχνίδια αυτά είναι μια πρώιμη μορφή των κοινωνικών θεσμών γιατί παραμένουν τα ίδια όπως παραδίνονται από γενιά σε γενιά. Παρέχουν μια υπάρχουσα δομή κανόνων για τον τρόπο που πρέπει να συμπεριφέρονται τα παιδιά σε συγκεκριμένες κοινωνικές περιστάσεις. Έτσι τα παιδιά μαθαίνουν να διαχειρίζονται τις επιθυμίες και τη συμπεριφορά τους σε ένα κοινωνικά προσυμφωνημένο σύστημα.
Έτσι λοιπόν μέσα από το παιχνίδι το παιδί:
-Εξερευνά τον εαυτό του και τις ικανότητές του,
-Διερευνά τον πραγματικό κόσμο και τα χαρακτηριστικά του,
-Εμπλουτίζει τις γνώσεις του,
-Αποκτά υπευθυνότητα και δεξιότητες συνεργασίας,
-Οικοδομεί αξίες της κοινωνικής ζωής,
-Αποκτά την ικανότητα επιμονής σε μια δραστηριότητα,
-Μαθαίνει να αναγνωρίζει και να κατανοεί τις πράξεις και τα συναισθήματα των άλλων,
-Συνειδητοποιεί τη σημασία αλλά και την αποτελεσματικότητα της συλλογικής προσπάθειας,
-Μαθαίνει πώς να συμπεριφέρεται σε συγκεκριμένες κοινωνικές καταστάσεις κ.α.
Το παιχνίδι μπορεί να γίνει το σημείο επαφής από όπου θα ξεκινήσει η κατανόηση και η επικοινωνία μεταξύ γονέων και παιδιών. Η κατάκτηση αυτή της σχέσης κατανόησης θα αποτελέσει τη βάση για την επικοινωνία στις μετέπειτα ηλικιακές φάσεις (π.χ. εφηβεία).
Έτσι, τα παιδιά παρόλο που μπορούν και παίζουν μόνα τους, έχουν ανάγκη από την παρέα των γονιών ή κάποιου άλλου ατόμου ως συντρόφου στο παιχνίδι τους. Εξάλλου το παιχνίδι δεν αποτελεί πηγή ευχαρίστησης μόνο για τα παιδιά αλλά και για τους γονείς. Ρόλος των γονιών είναι να διαμορφώνουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο το παιδί μπορεί να παίξει ελεύθερα και αυθόρμητα, χωρίς να επιβάλλουν τις δικές τους επιθυμίες και ανάγκες αλλά ενθαρρύνοντας τον αυθορμητισμό και την πρωτοβουλία του παιδιού.

Συμπεραίνουμε ότι, η παρουσία παιχνιδιού στα παιδιά θεωρείται ένδειξη ψυχικής υγείας και η απουσία του μπορεί να αποτελέσει ένδειξη κάποιας ψυχικής δυσλειτουργίας τόσο σε προσωπικό όσο και σε διαπροσωπικό επίπεδο. Στην περίπτωση λοιπόν που οι γονείς παρατηρήσουν κάποια δυσκολία ή ακόμη και απουσία του παιχνιδιού, η γνώμη ενός ειδικού μπορεί να φανεί εξαιρετικά χρήσιμη.

ΜΗΤΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ - ΚΛΙΝΙΚΟΣ ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ
InterNus - ΚΕΝΤΡΟ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ & ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ

Published in Articles
Σελίδα 1 από 2

Καργάκης Εμμανουήλ

Ο Καργάκης Εμμανουήλ και οι συνεργάτες του εργάζονται στα γραφεία τους σε Ηράκλειο & Χανιά Κρήτης, παρέχοντας Γνωστική Συμπεριφορική  Ψυχοθεραπεία και Συμβουλευτική εφήβων και ενηλίκων. 

 

Επικοινωνία

Γ. Παπανδρέου 17, Ηράκλειο
    2811113681, 6946253300
 
Μυλωνογιάννη 23, Χανιά
    2821111704, 6974394497

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

9.00 am to 9.00 pm

Lat: 35.331749 | Long: 25.138443

banner